Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Σ.Δημητρίου:Για την συνομιλία Φιλελευθερισμού Μαρξισμού

Δημοσιεύω το άρθρο του Σ.Δημητρίου "Υπάρχει ο κοινωνικός φιλελευθερισμός";

Παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα κατακλίδα για την δυνατότητα συνομιλίας Ρεπουμπλικανικού Φιλελευθερισμού - Μαρξισμού. 




«Με βάση τον Κοινωνικό Φιλελευθερισμό. Και με στόχο να τελειώσει η ηγεμονία των Αριστερών ιδεών στην Ελλάδα, ώστε να βρει ξανά η χώρα μας και ο λαός μας τις ιδέες που του ταιριάζουν καλύτερα. Τις ιδέες και τις αξίες που μπορούν να απελευθερώσουν τις αστείρευτες δυνάμεις που κρύβει ο Έλληνας μέσα του».
Αντώνης Σαμαράς

Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, Κοινωνικός φιλελευθερισμός. Για την Ελλάδα της ελευθερίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Πρόλογος: Αντώνης Σαμαράς και Βασίλειος Ι. Μιχαλολιάκος, εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2012, σελ. 255.

I
Το ενδιαφέρον βιβλίο του Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου προσπαθεί να προσδιορίσει τα χαρακτηριστικά του όρου «κοινωνικός φιλελευθερισμός». Είναι μια σοβαρή απόπειρα, όχι μόνο για τον προσδιορισμό του όρου, αλλά και για την περιγραφή των πολιτικών του γνωρισμάτων και του πώς αυτά μπορούν να συνθέσουν την ιδεολογική ταυτότητα του πολιτικού του φορέα. Στη συνέχεια αυτού του βιβλιοκριτικού κειμένου, το οποίο, εφόσον δεν είναι απλή βιβλιοπαρουσίαση, προϋποθέτει κάποια γνώση του περιεχομένου, θα ασχοληθώ με τις βασικές του θέσεις, καθώς και με την επιχειρηματολογική τους υποστήριξη. Για να ορίσουμε το πλαίσιο της κριτικής και του διαλόγου, θα πρέπει:
Α. Να παρακολουθήσουμε πώς εισάγεται από τον συγγραφέα ο όρος «κοινωνικός φιλελευθερισμός».
Β. Να ελέγξουμε πώς αυτός ο όρος διαφοροποιείται από άλλες συναφείς έννοιες, ώστε να κερδίσει την αυτοτέλεια την οποία διεκδικεί, καθώς και τη νόμιμη χρήση του, τη θεωρητική-επιστημολογική, αλλά και, κυρίως, όπως εναργώς καταφαίνεται από τη διήκουσα προβληματική του βιβλίου, την ιδεολογική χρήση του.
Γ. Να ελέγξουμε τα συμπεράσματα, έχοντας με σαφήνεια διατυπώσει τη θέση από την οποία αφορμάται αυτή η κριτική, ώστε να κριθεί και η ίδια κριτική.
Ο συγγραφέας υποστηρίζει τις θέσεις του για τον κοινωνικό φιλελευθερισμό, διανύοντας μια πορεία πέντε βημάτων, τα οποία αντιστοιχούν σε ισάριθμα κεφάλαια. Θα προσπαθήσω να παρακολουθήσω αυτήν την πορεία και εν συνεχεία να την διανύσω με φορά αντίστροφη από αυτήν που ακολουθεί και μας υποδεικνύει το επιχείρημα του συγγραφέα.


II
Α. Ο Κ. Αρβανιτόπουλος, στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του, αναζητεί τις προϋποθέσεις του κοινωνικού φιλελευθερισμού στην αριστοτελική ιδέα της μεσότητας, καθώς και στη νεωτερική αρχή της ανεκτικότητας, που προέβαλε, κυρίως, η θεωρία του Λοκ. Στη συνέχεια, διεξέρχεται τη νεωτερική φιλοσοφική παράδοση, για να καταλήξει στον «φιλελεύθερο ρεφορμισμό και τις αρχές του κράτους-πρόνοιας». Στο δεύτερο κεφάλαιο, ασχολείται με τη σχέση ανάμεσα στον κεϋνσιανό παρεμβατισμό και τη νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση. Στο τρίτο κεφάλαιο, αναζητούνται οι προϋποθέσεις της θεωρητικής θεμελίωσης του κοινωνικού φιλελευθερισμού, ενώ, στο τέταρτο και το πέμπτο, ασχολείται με την εξέλιξη του φιλελευθερισμού, στην Ελλάδα, καθώς και με τη θέση του, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και τον κόσμο. Ως προς τη θεωρητική θεμελίωση του «κοινωνικού φιλελευθερισμού», αναγνωρίζεται ως πολύ ξεχωριστή η συμβολή του Giscard dEstaing, ο οποίος, σύμφωνα με τον Κ. Αρβανιτόπουλο, «υπογραμμίζει ότι ο κοινωνικός φιλελευθερισμός αποτελεί μια συμμετρική σύζευξη ανάμεσα στην ιδιότητα του ανθρώπου ως ατόμου και μέλους της κοινωνίας· στην ιδέα της ελευθερίας ως κατοχύρωσης της δυνατότητας του ανθρώπου στην ανεμπόδιστη ανάληψη πρωτοβουλιών και του δικαιώματός του στην απρόσκοπτη πραγματοποίηση των επιλογών του· και στην ιδέα της αλληλεγγύης ως έκφρασης του καθήκοντος του ανθρώπου για δικαιοσύνη και της συνείδησης του ανθρώπου ότι ανήκει σε μια ευρύτερη κοινότητα»(σ.118, σημ.22,). Κατά τον συγγραφέα, ο dEstaing «προσπάθησε να οριοθετήσει το ιδεολογικό πρόταγμα που θα έπρεπε να εμπνεύσει αυτές τις μεταρρυθμίσεις προσδιορίζοντάς το ως κοινωνικό φιλελευθερισμό»(σ.118)

Β. Είδαμε λοιπόν πως εισάγεται ο όρος «κοινωνικός φιλελευθερισμός». Επίσης, ο υπότιτλος του βιβλίου μάς πληροφορεί και για τις ορίζουσες έννοιες: είναι οι αξιακές έννοιες της ελευθερίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Άλλωστε, κατά τον συγγραφέα, και ο dEstaing στοχεύει στον εννοιολογικό προσδιορισμό του όρου «ξεκινώντας τις τοποθετήσεις του από την πρωταρχικότητα της ιδέας της ελευθερίας» (σ.118). Ποια ιδέα της ελευθερίας όμως απαιτείται, ώστε να συνδυασθούν η ατομική ελευθερία και η κοινωνική δικαιοσύνη; Το ερώτημα προκύπτει, εφόσον ο ίδιος ο συγγραφέας προσπαθεί να προσδιορίσει τον κοινωνικό φιλελευθερισμό μέσα από τις προαναφερθείσες έννοιες. Ο συσχετισμός της ελευθερίας με την αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης προϋποθέτει συγκεκριμένη εννόηση της ελευθερίας. Η τελευταία, προκειμένου να συνδυαστεί με την ισότητα και την αλληλεγγύη, έχει πολιτικό περιεχόμενο. Έχει, δηλαδή, περιεχόμενο που συνδέει τον πολιτικό φιλελευθερισμό με ρεπουμπλικανικές αρχές. Ας ορίσουμε το πρόβλημα: εάν η έννοια «ελευθερία» είναι το κριτήριο προσδιορισμού του όρου «κοινωνικός φιλελευθερισμός», τότε θα είναι και κριτήριο για τη σημασιακή διάκριση του κοινωνικού φιλελευθερισμού από τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Επειδή, όμως, ο Κ. Αρβανιτόπουλος συνδέει τον κοινωνικό φιλελευθερισμό με την κοινωνική αλληλεγγύη και δικαιοσύνη, ο κοινωνικός φιλελευθερισμός θα πρέπει να διακριθεί, με βάση το ίδιο κριτήριο, κυρίως από τη ρεπουμπλικανική εκδοχή του πολιτικού φιλελευθερισμού, αυτήν δηλαδή που αναφέρεται και στην κοινωνική αλληλεγγύη και στην ισότητα και στην κοινωνική δικαιοσύνη. Μπορούμε, λοιπόν, να θέσουμε το κύριο ερώτημα: γιατί ο κοινωνικός φιλελευθερισμός δεν είναι ρεπουμπλικανικός, πολιτικός φιλελευθερισμός; Πώς, δηλαδή, δικαιολογείται ο κοινωνικός φιλελευθερισμός ως επιλογή αντί του πολιτικού φιλελευθερισμού; Υπάρχει όντως «κοινωνικός φιλελευθερισμός» ή είναι όρος δημιουργηθείς με σκοπό να προσδώσει ιδεολογική ταυτότητα στον πολιτικό του φορέα;

Γ. Για να αντιμετωπίσουμε τα ερωτήματα, θα πρέπει να δούμε πώς συλλαμβάνει ο πολιτικός φιλελευθερισμός την έννοια της ελευθερίας. Αν κατανοήσουμε τον συγκεκριμένο εννοιολογικό προσδιορισμό της, τότε θα μπορέσουμε να προσδιορίσουμε και τη σχέση της με την έννοια της ισότητας και, μετά, με αυτήν της κοινωνικής αλληλεγγύης και της δικαιοσύνης. Δηλαδή, θα μπορέσουμε να διακριβώσουμε τους εννοιολογικούς αρμούς που συνέχουν τον όρο «κοινωνικός φιλελευθερισμός». Ας δούμε τη διάκριση:
i. ο πολιτικός φιλελευθερισμός συλλαμβάνει την ελευθερία μέσα από την ανεμπόδιστη άσκησή της, ώστε, ως έννομη ελευθερία, να προσδιορίζει και την έννοια του νόμου: ο νόμος νοείται ως πλαίσιο που διασφαλίζει τη συμβατή σχέση των πεδίων της αρνητικής, εξωτερικής ελευθερίας, δηλαδή ως αναγκαίο πλαίσιο που μας επιτρέπει να είμαστε ελεύθεροι από εμπόδια που παρακωλύουν τις ατομικές μας επιλογές εντός του υπάρχοντος νομικοπολιτικού πλαισίου. Γι΄ αυτό, η συγκεκριμένη λειτουργία της ελευθερίας είναι κυρίως αποτρεπτική-αρνητική: αποτρέπει από παρεμβάσεις που θα παρεμπόδιζαν την απρόσκοπτη ενάσκηση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η ατομική ελευθερία λοιπόν δεν είναι παρά η αφαίρεση εμποδίων μέσω των περιορισμών που θέτει ο νόμος σε οποιονδήποτε εγείρει τέτοια εμπόδια, πλην των εκ του νόμου τιθέμενων.
ii. Ο ρεπουμπλικανικός, πολιτικός φιλελευθερισμός αναδεικνύει τη σχέση φιλελευθερισμού και δημοκρατίας μέσα από τη σύνδεση προσωπικής και πολιτικής αυτονομίας. Η ελευθερία νοείται ως πολιτική ελευθερία και συνυφαίνεται με την έννοια του πολιτικού δικαιώματος ως κανονιστικής ιδέας και αρχής που μπορεί να περιλάβει και τα κοινωνικά δικαιώματα ως αιτήματα για τον περιορισμό και την άρση των ανισοτήτων, άρα και για την κραταίωση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η πολιτική εννόηση της ελευθερίας, ευρισκόμενη σε συνάφεια με αυτήν του πολιτικού δικαιώματος, είναι συμφυής με τον θετικό προσδιορισμό του νόμου, αναδεικνύει την εγγενή αξία της πολιτικής συμμετοχής και καθιστά την έννοια του πολιτικού δικαιώματος το ουσιώδες και ανεξάλειπτο, κανονιστικό κατηγόρημα που αποδίδεται στο υποκείμενο «πολίτης». Σε αυτή τη συζυγία, η ρεπουμπλικανική εννόηση της ελευθερίας υπερβαίνει το αρνητικό, ατομικό δικαίωμα, που συγκροτείται σε αναφορά προς την ιδέα της αδρανούς ιδιοκτησίας (status negativus), και εξαίρει την πολιτική συμμετοχή, σε συνθήκες ακριβοδίκαιης δικαιοσύνης (status activus), στις οποίες ζητούμενο είναι η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Ο ρεπουμπλικανικός πολιτικός φιλελευθερισμός, που αναγνωρίζει την αρχή της ιδιωτικότητας και των συναφών δικαιωμάτων, μπορεί να αναζητήσει τον διάλογο ανάμεσα στον κριτικό μαρξισμό, την καντιανή δεοντοκρατική, καθώς και την αριστοτελική παράδοση, η οποία εξαίρει τη σπουδαιότητα της πολιτικής συμμετοχής, ώστε να συνδυάσει μια κανονιστική θεωρία της δημοκρατίας με μια θεωρία των δικαιωμάτων. Με αυτή την έννοια, ο ρεπουμπλικανικός πολιτικός φιλελευθερισμός μπορεί να αποτελέσει το γνώρισμα της σημασιακής ταυτότητας της έννοιας «δημοκρατία» στον δημοκρατικό σοσιαλισμό. Σε αυτό το πλαίσιο εννοιών και αρχών, μπορούμε να συλλάβουμε την αξία της αλληλεγγύης ως εντελές καθήκον με κανονιστική επιτακτικότητα.
Τώρα, μπορούμε να αναρωτηθούμε: ο «κοινωνικός φιλελευθερισμός», για τον οποίο ο συγγραφέας εξηγεί ότι «η αναπόσπαστη σύζευξη ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, που διαπερνά όλες τις επιμέρους τάσεις του, καθιστά τον κοινωνικό φιλελευθερισμό μια αυθυπόστατη πολιτική και κοινωνικοικονομική ιδεολογία με διακριτή θέση μέσα στο ευρύ φάσμα της φιλελεύθερης φιλοσοφίας» (σ.128, καθώς και σ σ.171-175), πώς μπορεί να καταφάσκει όχι μόνο τη σύνδεση ελευθερίας και ισότητας, αλλά και την «αναπόσπαστη σύνδεση ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης», χωρίς, ταυτοχρόνως, να είναι ρεπουμπλικανικός πολιτικός φιλελευθερισμός; Από τα παραπάνω, μπορούμε να συναγάγουμε την απάντηση στο ερώτημα, με το οποίο ανασυγκρότησα την επιχειρηματολογία του Κ. Αρβανιτόπουλου, η οποία ορίζει τη θέση από την οποία ασκήθηκε η κριτική μου: ο «κοινωνικός φιλελευθερισμός» δεν μπορεί να είναι ρεπουμπλικανικός πολιτικός φιλελευθερισμός για δύο λόγους: α. επειδή κάτι τέτοιο θα τον ενέτασσε στις πιο δημοκρατικές, εξισωτικές παραδόσεις του πολιτικού φιλελευθερισμού και, συνεπώς, δεν θα ήταν μια «αυθυπόστατη πολιτική και κοινωνικοοικονομική ιδεολογία με διακριτή θέση μέσα στο φάσμα της φιλελεύθερης φιλοσοφίας». Θα ήταν μια εκδοχή του ρεπουμπλικανισμού, όμορη προς τον πολιτειακό ρεπουμπλικανισμό ή, κυρίως, τον ρεπουμπλικανικό πολιτικό φιλελευθερισμό.
β. Επειδή ο «κοινωνικός φιλελευθερισμός» είναι ένα τέχνημα, μια κατασκευή. Δεν πρόκειται για εννοιολογική κατασκευή, που ενδιαφέρεται, ταυτοχρόνως, και για την ιστορική συγκρότηση των εννοιών της. Αυτό είναι locus classicus στην πολιτική φιλοσοφία. Είναι μια ειδική κατασκευή που επιτρέπει στη σύγχρονη Δεξιά να συγκροτήσει, επιτέλους, ιδεολογική ταυτότητα, αλλά νοσφιζόμενη τις αξιακές αρχές με τις οποίες διεμορφώθη ιστορικώς η ταυτότητα της Αριστεράς, εξού και η αναφορά στην «αναπόσπαστη σύνδεση ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης». Αυτή η σύνδεση, όμως, οδηγεί, μέσω της ρεπουμπλικανικής παράδοσης, στην αντίστοιχη θεωρία της δημοκρατίας η οποία εξηγεί γιατί και πώς ο δημοκρατικός σοσιαλισμός είναι δημοκρατικός, δηλαδή σύμφωνα με ποια σημασία της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Γιατί, όμως, η σύγχρονη Δεξιά χρειάζεται αυτήν την ταυτότητα; Νομίζω για δύο λόγους: ο πρώτος είναι ότι η ιδεολογία της μετακατοχικής εθνικοφροσύνης δεν είναι σαν το κρασί, ώστε, παλιώνοντας, να γίνεται καλύτερη. Αυτή περιελάμβανε από τα – καθυστερημένως εξαλειφθέντα – στοιχεία της δωσιλογικής Δεξιάς, αμέσως μετά τον πόλεμο, μέχρι την Ε.Ρ.Ε., τον «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό» της καραμανλικής Ν.Δ., έως και ενδιαφέρουσες, μετριοπαθείς συμβολές, όπως αυτή του Αθ. Κανελλόπουλου. Πλέον, ουδείς την επικαλείται με σοβαρότητα. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι αυτή η νέα ταυτότητα θα πρέπει να αποβεί λυσιτελής. Θα πρέπει να χρησιμεύσει σε κάτι. Σε τι ακριβώς; Ας δούμε την απάντηση από τον ίδιο τον πρόεδρο της Ν.Δ., όπως την διετύπωσε, τον Μάιο, κατά την ομιλία του στην Κ.Ο. της Ν.Δ.: «Με βάση τον Κοινωνικό Φιλελευθερισμό. Και με στόχο να τελειώσει η ηγεμονία των Αριστερών ιδεών στην Ελλάδα, ώστε να βρει ξανά η χώρα μας και ο λαός μας τις ιδέες που του ταιριάζουν καλύτερα. Τις ιδέες και τις αξίες που μπορούν να απελευθερώσουν τις αστείρευτες δυνάμεις που κρύβει ο Έλληνας μέσα του».
Εάν αυτός είναι ο στόχος, τότε μπορούμε να καταλάβουμε πώς είναι δυνατό – σε ένα αξιόλογο βιβλίο, ικανό, όπως είδαμε, να εμπνεύσει κριτικό διάλογο – να λείπει η οποιανδήποτε αναφορά στον Ronald Dworkin, ενώ υπάρχει αναφορά (σελ.173, σημ.3) στον Παναγιώτη Φωτέα. Δεν γνωρίζω τη συμβολή του τελευταίου – με δική μου, βεβαίως, ευθύνη – στην πολιτική φιλοσοφία, ώστε να την συγκρίνω με αυτήν του Dworkin. Γνωρίζω, όμως, ότι το όνομα παραπέμπει σε δραστήριο φοιτητή της Νομικής, για τον οποίον ο Ανδρέας Λεντάκης, στο γνωστό βιβλίο του Το παρακράτος και η 21η Απριλίου, πρόλογος: Γ-Α. Μαγκάκης – Π. Πετρίδης, Προσκήνιο, Αθήνα 2000, στη σ.407, όπου παρατίθενται, με αλφαβητική σειρά, τα ονόματα ιδρυτικών μελών της Ε.Κ.Ο.Φ., αναφέρει το εξής: « Παναγιώτης Φωτέας. Ιδρυτικό μέλος της ΕΚΟΦ Αθηνών. Φοιτητής Νομικής». Προφανώς, αυτό δεν είναι επίμεμπτο, όπως είναι συγγνωστή και η παράλειψη του Dworkin, επειδή είναι πράγματι προσεγμένο βιβλίο. Άλλο είναι το πρόβλημα και αφορά το αρχικό ερώτημα περί το αν υπάρχει ο «κοινωνικός φιλελευθερισμός». Υπάρχει, αλλά ως ο όρος κατασκευασθείς για συγκεκριμένη πολιτική – ιδεολογική χρήση λόγω ενός σημαντικού του πλεονεκτήματος: είναι ευρύς όρος. Υστερεί ως έννοια στην ένταση, στο βάθος, αλλά πλεονεκτεί στην εκτασιακή του αναφορά, στο εύρος. Συνεπώς, μπορεί να συγκροτήσει και μια ευρύχωρη ιδεολογική ταυτότητα, τόσο ευρύχωρη, ώστε, πέρα από την καλώς συζητούμενη φιλελεύθερη κεντροδεξιά παράδοση, να χωρούν και η αβερωφική και η ακροδεξιά συνιστώσα της σύγχρονης Δεξιάς. Έτσι, μπορεί να χωρέσει και την άρνηση του χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους, η οποία ισοδυναμεί με άρνηση της κατεξοχήν φιλελεύθερης αρχής περί ουδετερότητας του κράτους. Αυτό που δεν χωρεί είναι μια θεωρία της δημοκρατίας, όχι, επειδή ο πολιτικός φορέας της Δεξιάς δεν είναι δημοκρατικός – αναμφιβόλως στο δημοκρατικό φάσμα ανήκει, με ό,τι θετικό συνεπάγεται αυτό για τη συνοχή του πολιτεύματος και της απαιτητέας δημοκρατικής νομιμότητας – αλλά επειδή μια τέτοια θεωρία δεν παίρνει δανεικές και αγύριστες τις αξιακές αρχές τής κοινωνικής δικαιοσύνης, της πολιτικής ελευθερίας και της αυτονομίας, καθώς και της κοινωνικής αλληλεγγύης, επειδή τις έχει επεξεργασθεί μέσα στην ιστορική συγκρότηση της ρεπουμπλικανικής - φιλελεύθερης αλλά και της πατριωτικής - δημοκρατικής, σοσιαλιστικής παράδοσης που από απλές έννοιες τις ανέδειξε σε αξίες και εμβληματικά ιστορικά αιτήματα.

Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει πολιτική και ηθική φιλοσοφία στο Τομέα Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Breaking News! Ενα Συνταγματικό πραξικόπημα που επηρεάζει την κατάσταση στην Ελλάδα


Πριν λίγες ώρες έγινε ένα συνταγματικό πραξικόπημα στην Αίγυπτο. Το δικαστήριο ακύρωσε τις βουλευτικές εκλογές μετά από 4 μήνες (!) για καθαρά τυπικούς λόγους. Αυτό γίνεται δυο μέρες πριν τις επαναληπτικές προεδρικές εκλογές ανάμεσα στον καθεστωτικό Σαφικ και τον εκπρόσωπο των Μουσουλμάνων Μόσρι.

Η ουσία είναι πως το στρατιωτικό πλέγμα το οποίο ποτέ δεν έχασε την εξουσία, μέσω του ελεγχόμενου δικαστηρίου, ακυρώνει τα πρώτα δημοκρατικά βήματα. Ευτυχώς ο υποψήφιος των αδελφών Μουσουλμάνων   συνεχίζει κανονικά την προεκλογική εκστρατεία. Σε αντίθετη περίπτωση θα είχε δρομολογηθεί ένα σενάριο «Αλγερίας» το οποίο έχει κοστίσει μέχρι σήμερα 200,000 νεκρούς.

Η εξέλιξη μάλλον λειτουργεί στην κατεύθυνση να περιοριστούν τα ρίσκα για κάποιους που θα ήθελαν  να εξωθήσουν την Ελλάδα εκτός Euro.Με την Αίγυπτο στα πρόθυρα αφανούς εμφυλίου μόνο τρελοί θα έπαιζαν με τόση αστάθεια.

Συνεχής ενημέρωση εδώ (Cnn)

Συνεχής ενημέρωση και εδώ (Al Zazeera)

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Airbus Vs Μετεωρίτης Vs Techiechan


Υπάρχει ένα 5% μέσα μου που θα ήθελε να βγεί η νδ και να τελειώνουμε. Κι έτσι προσπάθησα να το σκαλίσω. Γιατί αυτό το 5% μου προτιμά μια κόλαση που ήδη ζούμε σε σχέση με μια μεταφυσική κόλαση που υπόσχονται όλοι αυτοί που με φοβίζουν?
Στην πραγματικότητα το 5% μου προτιμά κάτι γνώριμο. Θέλει να σας τσιτάρει το γυφτάκι του πανούση, να σας ρίξει 3 χριστοπαναγίες να κλείσει τα μάτια και τ’ αφτιά του και να το αφήσετε στην ησυχία του σας παρακαλώ πολύ. Έχει βαρεθεί να βάζει τη λογική του κόντρα σε όλο τον παραλογισμό που ακούμε, διαβάζουμε και ζούμε 2 μήνες τώρα. Θέλει να πάει στο πάρκο, να κάνει μπάνιο στη λίμνη και να ζήσει τη ζωή του σαν αξιοπρεπής άνθρωπος που θα την σκαπουλάρει από αυτό το χάος. Αλλά η λογική μου λέει, πως αυτό είναι αδύνατο να συμβεί με τον τρόπο που το 5% μου θέλει. Κι ύστερα είδε αυτόν τον παππού (στο 46ο λεπτό), κι ήθελε να του ζητήσει συγνώμη για την ξετσιπωσιά του. Όχι γιατί είναι μεγαλόθυμο και ανώτερο. Αλλά γιατί είναι μικρό και φοβισμένο. Διότι στο πρόσωπο αυτού του παππού είδε το ποια κοινωνία δεν θέλει και όλα έγιναν πιο εύκολα.
Οπότε αη γαμίσου 5% , αρνούμαι να συμπεριφερθώ ως φοβισμένος άνθρωπος των σπηλαίων. Θα βάλω την αστραπή κάτω, με μερικά ηλεκτρόδια θα κάνω περμαναντ στα ζαρωμένα από τα αναβολικά μπαλάκια ενός κασιδιάρη και θα αποδείξω 7000χρόνια πριν τον φραγκλίνο πως ο κεραυνός δεν είναι παρά μια ηλεκτρική εκκένωση (στο ενδιάμεσο θα πατεντάρω και τους πυκνωτές και θα γίνω ζάμπλουτος).
Η ισπανία.
Το ότι οι ισπανοί είναι χωμένοι στα σκατά νομίζω το έχουμε πει από πέρσι τον σεπτέμβρη κάπου στα σχόλια και με πιο ευπρεπή τρόπο τον οκτώβρη το αναλύσαμε στη μπενχουρική τριλογία με τα ταληράκια του EFSF, “τα μπαλάκια του κίνγκ κόνγκ” (διότι τι να φτουρίσει μια απλή κρυστάλλινη σφαίρα), και ολοκληρώσαμε τη μπουρδολογία στο διάλειμμα για ταληράκια τον νοέμβρη. Με αυτά τα τρία όπλα θα μπορούσατε να πάτε στο δντ και την κομισιόν, να τους πείτε πόσο αναποτελεσματικοί καραγκιόζηδες είναι και να επιστρέψετε σπίτια σας ήρεμοι.
Όλα τα υπόλοιπα που συνέβησαν από τότε, είναι απλές σάλτσες διότι ποια ιστορία κέρδισε φήμη και δόξα λέγοντας, “νεαρός ζεν πρεμιέ φιλόσοφος με ιατρικές γνώσεις που ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του και νόμιζε πως η μάνα του ήταν παρθένα, τσιλιμπουρδίζει με αγόρια και κορίτσια, κάνει τον ψόφιο κοριό για 3 μέρες και μένει στην ιστορία”
Άρα που φτάσαμε σήμερα με την ισπανία? Ας δούμε που είμασταν πριν 10 μέρες. Οι ισπανοί ήθελαν να δώσουν 19 μόλις δις σε ομόλογα στην χρεοκοπημένη τράπεζά τους κι αυτή να πάρει φρέσκο χρηματάκι από την εκτ, από τη στιγμή που η εκτ προσφέρει χρήμα σε όποια τράπεζα το ζητήσει χωρίς επιπλέον λεπτομέρειες. Η εκτ φώναξε φάουλ, διότι αν ξεκινήσει η κάθε χώρα να τυπώνει κατά βούληση μέσω αυτού του παραθύρου, τι θα γίνει με το μονοπώλιο της κεντρικής τράπεζας? Κι έτσι πρότειναν η ισπανία να πουλήσει τα 19δις ομολόγων πρώτα στις αγορές και μετά να πάει να δώσει ζεστό ρευστό στην bankia. Οι ισπανοί με τα επιτόκια στο 6,666% απάντησαν λακωνικά “πρίτς”.
Κι έτσι οι εκτατζήδες αντιπρότειναν οι ισπανικές τράπεζες να βοηθηθούν “κεντρικά”. Οι ισπανοί τότε είπαν πονηρά, οκ παιδιά να μην τυπώσουμε εμείς, να σας δώσουμε τις προβληματικές μας τράπεζες να τις ανακεφαλαιοποιήσετε μόνοι σας και να αναλάβετε και τον έλεγχό τους, φτάνει να μη μας σκοτίζετε. Κάτι που φυσικά μόνο ένας τρελός θα έκανε, οπότε οι ευρωπαίοι είπαν, εντάξει ρε παιδιά να τυπώσουμε τότε, αλλά να το κάνουμε κεντρικά από τον EFSF κι όχι η κάθε χώρα κατά βούληση. Έτσι λοιπόν έφτιαξαν ένα υποθετικό πακέτο από 100δις προκειμένου να το πάρει η ισπανία ως χρέος, να πάρουν οι τράπεζες τα ομόλογα του EFSF, να τα δώσουν στην εκτ για να τους τυπώσει το αντίστοιχο μπικικίνι. (αντιμετώπιση που δεν θα γλυτώσει ούτε η κύπρος)
Αααα και για αυτό το επιπλέον χρέος που θα σας φορτώσουμε δεν θα έχουμε καμία επιπλέον απαίτηση όπως με τους βρωμιάρηδες τους έλληνες που για κάθε ευρώ που θα παίρνουν οι τραπεζίτες τους, θα πρέπει να θυσιάζουν έναν μη αποδοτικό παππού (τις γιαγιάδες θα τις κρατήσουν ζωντανές προς το παρόν ως ενέχυρο για μελλοντικά δάνεια, διότι ως γνωστό η γριά κότα έχει το ζουμί). Ό,τι θέλετε να κάνετε κυρ ραχόι μου θα το κάνετε μόνοι σας ως ανεξάρτητοι ισπανοί. Κι εκείνο το ελλειμματάκι που πάλι φέτος θα ξεφύγει, μα τι είναι ένα ελλειμματάκι μεταξύ φίλων?
Άρα το ισπανικό πρόβλημα λύθηκε εε? Αμάν ρε γαμώτο αυτές οι κακές αγορές δεν με αφήνουν ούτε 2 μέρες να χτίσω σασπένς πια. Ναι! Η ισπανία θα μπορεί να δανείζετε πια από τις αγορές μόλις με 6,5% πολύ μακριά από το διαβολικό 6,666% που άλλωστε ήταν και η πηγή του κακού.
Και η ιταλία ή η γαλλία που περιμένουν στην σειρά? Ααα αυτές παιδιά θα τις σώσει ο ντράγκι με το LTRO-3 που μας υποσχέθηκε κι όπως και τα προηγούμενα 2 προγράμματα ξελασπώματος των πλουσίων είχαν τρομερή επιτυχία (για 3μήνες). Οι ιρλανδοί, οι πορτογάλοι και οι έλληνες μπορούν κάλλιστα πια να ζητήσουν κι αυτοί να ξεχάσουμε τα ελλειματάκια που ξεφεύγουν και στις 3 χώρες με τα επιτυχημένα μνημόνια. μεταξύ φίλων πάντα.
Τι σημαίνουν όλα αυτά? Πως φυσικά δεν λύθηκε τίποτα, το μόνο που λύνεται είναι η μεταφορά σαπακίων από τους πλούσιους στα κράτη με αντάλλαγμα φρεσκοσιδερωμένα ευρώ. Αυτή τη στιγμή οι ευρωπαίοι πολίτες κάνουν ένα δωράκι στους πλούσιους που τόσο πολύ τους πρόσεχαν τα προηγούμενα χρόνια, μεταφέροντας όλα τα σαπάκια από τα χέρια των πλουσίων, στα χέρια των κεντρικών τραπεζών. Μετά οι πλούσιοι παίρνουν αυτό το χρήμα και το παρκάρουν στη γερμανία και τη γαλλία και βάζουν τις φυλλάδες τους να γράφουν άρθρα για την πολιτική λιτότητας που είναι αναγκαία.
Μήπως όμως αυτό είναι ένα κόλπο προκειμένου η γερμανική ελιτ να φύγει από το ευρώ μόλις μαζέψει το χρήμα από την “περιφέρεια”? Ναι θα ήταν αν η γερμανική ελίτ είναι τόσο ηλίθια για να νομίζει πως αυτές οι ηλεκτρονικές μεταφορές χρήματος από τη ισπανία την ιταλία και τις υπόλοιπες χώρες θα πληρωθούν. Το ότι δεν θα πληρωθούν το ξέρουν, αλλά δεν θα ήταν πολύ ωραία τη χασούρα από την ισπανική τράπεζα που είχες επενδύσει μόνος σου πριν απο 5χρόνια να την πληρώσουν ισότιμα όλοι οι γερμανοί πολίτες μαζί, σε περίπτωση διάλυσης του ευρώ?
Θα μας διώξουν από το ευρώ με τις κλωτσιές.
Είναι πιθανό λοιπόν τα 2/3 της εκτ να αποφασίσουν να στείλουν τους έλληνες για βρούβες προς κοινό παραδειγματισμό που είναι τόσο κακά παιδιά όπως μας λένε αριστερά δεξιά διάφοροι ντόπιοι και ξένοι σουγιάδες? (δηλαδή να κόψουν τον ELA και τη χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από αυτόν και την ΕΚΤ) . Ναι αμέ, αν η γερμανία υποσχεθεί να στηρίξει μέχρι τελευταίου ευρώ τα τραπεζικά συστήματα (όχι μόνο τις καταθέσεις) των υπολοίπων χωρών, ίσως και να μπορούσε να φτιάξει μια συμμαχία που να προτείνει κάτι τέτοιο. Τι έχει να χάσει όμως?
Για αρχή έχει να χάσει έναν απύθμενο αριθμό χρημάτων τα οποία δεν διαθέτει. Για να στηρίξεις το ισπανικό τραπεζικό σύστημα δεν πρέπει να εγγυηθείς για το ισπανικό ΑΕΠ (1τρις ευρώ) αλλά για 3φορές το ισπανικό ΑΕΠ που είναι το ισπανικό τραπεζικό χρέος. Το ίδιο θα πρέπει να κάνει για την ιταλία (άλλα 5-6τρις), τη γαλλία και όλα τα υπόλοιπα παιδάκια πλην των ελλήνων. Δηλαδή αδύνατο. Ποιά είναι η άλλη επιλογή? Να βάλεις την εκτ να τυπώνει κατά βούληση κάθε φορά που μία χώρα το έχει ανάγκη, έτσι ώστε να απαγορέψει στις αγορές να έχουν δικαίωμα να επιβάλουν τα επιτόκια ή τον μη δανεισμό μιας χώρας. Είναι λοιπόν η γερμανική κυβέρνηση έτοιμη να πράξει κάτι τέτοιο?
Με την απόφαση για την ισπανία, η γερμανία δεν έδειξε καμία μα καμία τέτοια διάθεση. Ίσα ίσα προσπάθησε να γλυτώσει με όσο λιγότερα χρήματα μπορούσε και όσο πιο μακριά από τον κώλο της μπορούσε. Η πρώτη επιλογή όπως είπαμε είναι πρακτικά αδύνατη και η δεύτερη ανεπιθύμητη στα πλαίσια που καταστρέφει όλο αυτό το οικοδόμημα της λιτότητας, της στενότητας του χρήματος που θα πρέπει να το δίνουμε με φειδώ και μόνο στους τραπεζίτες και ταυτόχρονα αποτρέπει το κέντρο (είτε αυτό είναι η κομισιόν, είτε η γερμανία) να επιβάλει τη θέλησή του, στους ρεμπεσκέδες. Να πούμε πως και οι ρεμπεσκέδες πρέπει να συμφωνήσουν ψηφίζοντας την αντίστοιχη ελληνοποίησή τους?
Αν λοιπόν η βούληση της γερμανίας είναι να θυσιάσει την ελλάδα προκειμένου να φέρει τον σοσιαλισμό στην ευρώπη, εγώ προτείνω να θυσιαστούμε, σε 6 μήνες θα είμαστε οι σωτήρες της ευρώπης και θα μας ραίνουν με μύρο και λεβάντα. Ο επαναστατικός τουρισμός θα ανθίσει καθώς όλοι ευρωπαίοι θα θέλουν να κοιμηθούν ένα βράδυ μ’έναν ήρωα του σοσιαλισμού.
Λίμαν μάνα μου.
Άρα οικονομικός τρόπος να γίνει αυτή η φοβέρα δεν πολύ υπάρχει. Γιαυτό και κυκλοφόρησε εδώ και μερικές βδομάδες η ιδεά της lehman. Πώς η ελλάδα θα θυσιαστεί σαν τη lehman προκειμένου να σωθεί η υπόλοιπη ευρώπη. Φυσικά σε όποιον σκαλίσει την υπόθεση lehman με κάτι περισσότερο από το μικρό του δαχτυλάκι του ποδιού του, θα δει πως δεν υπήρχε κανένας μα κανένας φόβος για την πλήρη κατάρρευση του κόσμου. Απλά ο πανικός της lehman χρησιμοποιήθηκε από τους τραπεζίτες και το οικονομικό επιτελείο των μπους και μπάμια προκειμένου να δημιουργήσουν ένα ηθικό κλίμα που θα προσφέρει στους τραπεζίτες το δωρεάν τσιμπούσι, την ίδια στιγμή που σε όλους τους υπόλοιπους πουλάνε τόσα χρόνια την ιδέα πως τα χρήματα πρέπει να ιδρώσεις για να τα αποκτήσεις (και πως τολμάς να λέγεσαι φτωχός και να έχεις ψυγείο?).
Στην περίπτωση της ευρωζώνης, αυτό το δωρεάν γεύμα προσφέρεται ήδη χωρίς καμία επιπλέον προσπάθεια. Άρα ποια είναι η αφήγηση εκείνη που θα έκανε τη θυσία της ελλάδας να αξίζει τον κόπο? Ποιο θα ήταν το κέρδος από μία τέτοια κίνηση? Φυσικά σε αυτό κανείς δεν έχει απαντήσει.
Η μόνη απάντηση που είδα στο σενάριο lehman, είναι ότι και καλά η έξοδος της ελλάδας θα δημιουργήσει τις συνθήκες πανικού που όλοι προβλέπουν προκειμένου να πεισθούν οι γερμανοί πολίτες να πληρώσουν για όλους τους υπόλοιπους και να δημιουργήσουν τον σοσιαλισμό που περιγράψαμε πιο πάνω. Αλλά θυμηθείτε, αυτό είναι μια ψευδο-αφήγηση (το ότι οι γερμανοί πολίτες πρέπει να πεισθούν να “πληρώσουν”) διότι ακόμα κι αν δεχθούμε πως με μια μεγάλη προπαγανδιστική εκστρατεία φόβου οι γερμανοί πολίτες δέχονται το παραπάνω σενάριο, τι θα γίνει με τους υπόλοιπους πολίτες των ευρωπαϊκών κρατών που δεν δείχνουν ιδιαίτερα έτοιμοι να δεχθούν μια τέτοια “σωτηρία”?
Η κούβα της ευρώπης.
Πράγμα που μας φέρνει στο τρίτο και πιο παράλογο σενάριο φόβου. Πώς για λόγους ιδεολογικούς και παραδείγματος, η ελλάδα θα γίνει η κούβα της ευρώπης. Πριν συνεχίσω σε αυτό το σενάριο, θα ήθελα να παρατηρήσετε με ποιο τρόπο οι απειλές κλιμακώνονται από το “η έξοδος της ελλάδας δεν θα κοστίσει σε κανέναν ιδιαίτερα” (άρα τα έχουμε υπολογίσει και συμφέρει), στο “η έξοδος της ελλάδας θα είναι η θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα” (άρα είναι το απαραίτητο συστατικό για να ολοκληρωθεί ένα σενάριο που κανείς δεν μας έχει εξηγήσει), για να φτάσουμε στο “θα μας διώξουν για λόγους ιδεολογικούς ακόμα κι αν καταστραφούν οι ίδιοι” το οποίο φυσικά πατά στη λογική του MAD (mutual assured destruction) .
Οι θιασώτες της υπόθεσης MAD, λένε λίγο πολύ πως οι ευρωπαϊοι θα διώξουν την ελλάδα γιατί είναι μια κουμουνιστική χώρα που χαλάει όλη την όμορφη εικόνα της λιτότητας και της επιβολής των επιταγών του κεφαλαίου πάση θυσία, με τον ίδιο “παράλογο” τρόπο που οι αμερικάνοι επέβαλλαν εμπάργκο στην κούβα το οποιο ισχύει ακόμα. Για να υποστηρίξουν τη θέση τους χρησιμοποιούν τις διάφορες καλυμμένες απειλές που έχουν εκφράσει διάφοροι μεγαλόσχημοι ευρωπαΐοι (φροντίζοντας να κάνουν και μερικές ανάποδες δηλώσεις αργότερα προκειμένου να έχουν το κωλαράκι τους καλυμμένο σε όλες τις πιθανές περιπτώσεις σαν γνήσιοι μανδαρίνοι).
Εγώ ισχυρίζομαι πως όπως η μέρκελ έπινε νερό στο όνομα του σαρκοζύ ανοιχτά πριν τις ανοιχτές εκλογές και την επόμενη μέρα περίμενε με ανοιχτές αγκαλιές τον holllande, έτσι και στην περίπτωση των ελληνικών εκλογών, έχουμε τις απειλές προκειμένου να καναλάρουμε τους ψηφοφόρους και μετά θα το γυρίσουν το τσάμικο γιατί αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργούν (να διαπραγματεύονται). Ελπίζω να θυμάστε εκείνο το ιρλανδέζικο όχι και το πόσο απειλούσαν τους ιρλανδούς ότι θα φύγουν εκτός εε και πόσο άδειες ήταν τελικά οι απειλές και μετά από ένα χρόνο νασου καινούργια δημοψηφίσματα και σας παρακαλούμε πείτε ναι. Και σκεφτείτε πως τότε όλη η ευρώπη πανηγύριζε στα πάρτι της τραπεζικής ρευστότητας κι αυτοί οι ιρλανδοί μας χάλαγαν τη μόστρα.
Αλλά ας εξετάσουμε λίγο το σενάριο κούβα. Η κούβα ήταν η πρώτη χώρα της ν.αμερικής που αποφάσισε να αμφισβητήσει την αμερικάνικη πρωτοκαθεδρία στην ήπειρο, κάτι που οι ηπα είχαν επιβάλει πρακτικά από τα τέλη του 19ου αιώνα. Στην κούβα λοιπόν συνέβη μια λαϊκή επανάσταση (με φυσεκλίκια και τα όλα της), αρχηγός της οποιας ήταν ο κάστρο και ο οποίος κάστρο πράγματι προσπάθησε να βρει ένα modus operandi με τις ηπα, κάτι που οι ηπα αρνήθηκαν. Από τότε επέβαλλαν στην κούβα ένα πολύ σκληρό εμπάργκο που ισχύει ακόμα, προετοίμασαν και υποστήριξαν μια αποτυχημένη εισβολή και έκαναν ένα σωρό επιθετικές ενέργειες ασύμμετρα αδικαιολόγητες για την “απειλή” που αποτελούσε η κούβα. Όλα αυτά με τον ιδεολογικό μανδύα του κομουνιστικού κινδύνου. Άρα -συνεχίζει η αφήγηση- η επίθεση των κακών ευρωπαϊων στην ελλάδα θα είναι λυσσαλέα και χωρίς λογική μέχρι την τελική νίκη. Ας το κάνουμε λίγο ταληράκια αυτό πριν αρχίσουμε να τυλίγουμε πούρα.
1.Είναι η ευρωζώνη του 2012 στην ίδια θέση που ήταν οι ηπα το 1958? χα χα χα. Οι ηπα είχαν μια ηγεμονία που έπρεπε να υπερασπιστούν απέναντι σε μια σειρά από επαναστάσεις που είχαν ξεκινήσει από τις πρώην αποικίες. Ταυτόχρονα η οικονομική και γεωπολιτική θέση των ήπα του 1958 ήταν τρομακτικά ισχυρή. Πάνω από 60% του παγκόσμιου κεφαλαίου και της παραγωγής προερχόταν από αυτές και η δεκαετία του 60 που ερχόταν, προβλεπόταν μια δεκαετία ευμάρειας και ανάπτυξης. Το οικονομικό τους μοντέλο είχε απόλυτη επιτυχία στον ανεπτυγμένο κόσμο (αν εξαιρέσουμε μερικές δικτατορίες αλλά ας μην το κάνουμε θέμα).
Νομίζω δεν χρειάζεται να πω ότι το ίδιο δεν ισχύει για την ευρωζώνη. Η ευρωζώνη βρίσκεται σε πτώση, το οικονομικό μοντέλο έχει δείξει ήδη πόσο ξοφλημένο είναι, καμία λύση ακόμα και οι πιο προηγμένες που προτείνονται (ευρω-ομολογα κλπ κλπ) δεν πρόκειται να φέρουν ανάπτυξη όσο δεν αλλάζει δραματικά το ίδιο ξοφλημένο οικονομικό μοντέλο. Χώρια που δεν διαθέτει καμία ηγεμονία. Ακόμα και το 1973 οι αμερικάνοι, μπορούσαν να προτείνουν ανάπτυξη και ουρί του παραδείσου σε ένα ικανό μέρος της χιλιανής κοινωνίας προκειμένου να υποστηρίξει το πραξικόπημα του πινοσέτ. Πιστεύετε πως ο μπαρόσο μπορεί να προτείνει κάτι αντίστοιχο στους σημερινούς ισπανούς, ιταλούς, γάλλους και πορτογάλους?
Η επανάστα στην ελλάδα θα γίνει με εκλογές κι όχι με φυσεκλίκια. Καταλαβαίνω πως αυτό χαλάει λίγο τις φαντασιώσεις μερικών αριστερών που θα τους άρεσε να φωτογραφίζονται καβάλα στάλογο σαν τον βελουχιώτη, αλλά από την άλλη μεριά χαλάει και τις φαντασιώσεις των εν ελλάδι για την επικίνδυνη άτακτη ελλάδα. Πόσο εύκολα μπορούν να περάσουν ότι η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση των ελλήνων είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της ευρωζώνης? Οι αμερικάνοι έχτιζαν την κομουνιστική υστερία επί 2 τουλάχιστον δεκαετίες και η κομουνίζουσα κούβα ήταν μια εύκολη προβολή αυτού του κινδύνου. Πόσο εύκολο είναι να συμβεί αυτό για το μέχρι πριν από μερικά χρόνια ελληνικό θαύμα?
Η τρίτη μεγάλη διαφορά μεταξύ ηπα 1958 και ευρωζώνης 2012 είναι φυσικά το κόστος. Το κόστος των ηπα να κάνουν εμπάργκο στην κούβα και να οργανώσουν και μια εισβολή ήταν αστείο. Το κόστος των βρυξελλών να κάνουν κάνουν κάτι αντίστοιχο στην ελλάδα το έχουμε υπολογίσει στο πρώτο σενάριο και είναι εξίσου αστείο. Μόνο που αυτή τη φορά η αστειότητα τείνει προς την πλευρά της τρέλας. Άρα ενώ η “τρέλα” των αμερικάνων ήταν μια ξεκάθαρα “φθηνή” τρέλα, η “τρέλα” των ευρωπαίων είναι αδύνατο καν να υπολογιστεί :)
Κάτι που μας φέρνει στο τέταρτο. Η πλήρης αδυναμία λήψης αποφάσεων μέσα στην ευρωζώνη. Η εκλογή σύριζα λοιπόν θα πρέπει να οδηγήσει σε μια ομοψυχία που όμοιά της δεν έχουμε στα 4 χρόνια της κρίσης. Ίσως οι εικόνες από τις εκατοντάδες χιλιάδες κομμένα με κονσερβοκούτια κεφάλια των πολιτικών αντιπάλων του σύριζα, να κινητοποιήσουν την ευρώπη εναντίων του νέου αττίλα, αλλά κάτι πιο φλώρικο από αυτό, αμφιβάλλω αν θα φέρει τέτοια ομοψυχία στην ευρώπη. Η ομοψυχία θέλει επιτυχημένα παραδείγματα κι ενώ οι ηπα του 1958 είχε ένα τέτοιο να επιδείξει, η ευρωζώνη του 2012 δεν έχει παρά τα συντρίμια του νεοφιλελευθερισμού. Το παράδειγμα της πανευρωπαϊκής λιτότητας φοβάμαι πως δεν θα συγκινήσει περισσότερους σε 4 βδομάδες απ’ ότι συγκινεί σήμερα.
2.Υπάρχει η ιδεολογική καθήλωση που θα μπορούσε να οδηγήσει τους υπόλοιπους ευρωπαϊους να μας κάνουν κούβα? Ξέρετε πως είμαι ο πρώτος που μιλάει για ιδεολογικές καθηλώσεις και πιστεύει πως πολλές πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται με βάση αυτές τις καθηλώσεις. Άρα πιστεύω πως πράγματι θα υπάρχει μια μερίδα της ευρω-ελίτ που πολύ θα ήθελε η ελλάδα να τιμωρηθεί παραδειγματικά προκειμένου να δείξουν πως δεν αστειεύονται. Όμως τη στιγμή που γίνεται πέρα για πέρα ξεκάθαρο πως η ελλάδα δεν είναι το κακό παιδί μιας ένωσης που λειτουργεί αλλά στην ουσία το πρώτο ντόμινο μια ένωσης που καταρρέει, μια τέτοια ιδεολογική θέση θα είχε πολύ μικρή υποστήριξη ανάμεσα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες πέρα από τη φιλανδία κι ένα μικρό κομμάτι της γερμανίας. Είμαι σίγουρος πως οι περισσότεροι ιταλοί και ισπανοί και γάλλοι, νιώθουν περισσότερο έλληνες απότι φιλανδοί :)
Τα νεοφιλελεύθερα τσουτσέκια προσπαθούν 20 χρόνια με άπειρο χρήμα κόπο και ιδεολογική ηγεμονία να περάσουν τις απόψεις τους και δυστυχώς αυτή η γαμημένη ευρωπαϊκή κοινωνία δείχνει αξιοσημείωτες αντιστάσεις. Θα ήθελα πολύ να δω να καταφέρνουν το μαγικό με την ελλάδα, ώντας ιδεολογικά και οικονομικά ηττημένοι, μέσα σε 3 βδομάδες, άντε σε 9 που θα έρθει ο σεπτέμβρης. Ίσως με μερικές αφίσες όπου ο τσίπρας θα πίνει το αίμα παρθένων με σάλτσα μπάρμπεκιου και ο δραγασάκης θα κάνει ηλεκτροσόκ σε πλούσιους να μας πουν που έχουν κρυμμένες τις λίρες, να καταφέρουν κάτι σε 1 με 2 χρόνια. Αλλά σε 9 εβδομάδες ο τσίπρας ούτε τη θράκα δεν θα έχει προλάβει να φτιάξει.
Καθαρτήριο
Όπως βλέπετε έχω κατέβει στην τρίτη πύλη της κολάσεως του παραλογισμού κι ακόμα δεν μπορώ να βρω ένα σενάριο που να είναι πιστευτό και να μπορεί να λειτουργήσει. Και τα σενάρια που έχω διαβάσει από τρίτους είναι ακόμα λιγότερο πιστευτά και στον αέρα. Ειλικρινά δώστε μου ένα σενάριο που να έχει μια λογική βάση και θα το βάλω στα πιθανά σενάρια, αλλά αρνούμαι να πορευθώ μ’ένα σενάριο καταστροφής που παρουσιάζεται μόνο ως μεταφυσική βεβαιότητα, τη στιγμή που η εναλλακτική που μου προσφέρεται είναι ακόμα περισσότερη γνώριμη βαρβαρότητα.
Η πραγματικότητα μπορεί να μας επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις, αλλά προσωπικά έχω αποφασίσει να συνεχίσω να τη ζω χωρίς να φοβάμαι πως θα πέσει ένα μετεωρίτης στο κεφάλι μου. Όχι επειδή δεν είναι πιθανό να συμβεί, αλλά επειδή όλα τα στοιχεία μου λένε πως μάλλον δεν θα συμβεί στο δικό μου προσδόκιμο ζωής και προτιμώ να ασχοληθώ με εκείνο το airbus που έχει περάσει την ταράτσα μου για αεροδιάδρομο και προσπαθεί να προσγειωθεί. Το βλέπουμε όλοι, μόνο που ο σαμαράς του κουνάει το μαντίλι λέγοντας πως ήρθε επιτέλους η ευρωπαϊκή βοήθεια.

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Ο παραδειγματικός χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης


Οι ιστορικές ιδιαιτερότητες και η πολιτική της σημασία σήμερα

του Κωνσταντίνου Τσουκαλά
Από την πρώτη κιόλας μέρα, ένα φάντασμα στοιχειώνει τους Έλληνες: το φάντασμα της ιστορικής τους μοναδικότητας. Η βαριά καταγωγική σφραγίδα τούς αντιδιέστειλε προς τη «βάρβαρη» μουσουλμανική Ανατολή και η ένδοξη ελληνική γλώσσα τούς ξεχώριζε από τους κατά τεκμήριον άξεστους σλαβόφωνους γείτονές της. Την ίδια στιγμή όμως, το υπανάπτυκτο και φτωχό λίκνο του πολιτισμού δεν μπορούσε παρά να παραμένει ριζικά «άλλο» σε σχέση με τον ανεπτυγμένο κόσμο της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Οι συνέπειες υπήρξαν μακροπρόθεσμα καταλυτικές. Σε καμία άλλη χώρα τα πολιτιστικά και πολιτικά διλήμματα δεν υπήρξαν τόσο εγγενή και έμμονα. Ακόμα και σήμερα, το ερώτημα «πού ανήκουμε» εξακολουθεί να ταλανίζει το συλλογικό συνειδητό. Έχοντας υπάρξει ταυτόχρονα τα θύματα, οι αναγκαίοι συνεργοί και οι πρόθυμοι διαμεσολαβητές ενός επείσακτου, διαμεσολαβημένου και κακοχωνεμένου ελληνοκεντρικού οριενταλισμού, οι «ανάδελφοι» Έλληνες δεν έπαψαν σε καμιά στιγμή να κοιτάζονται στον παραμορφωτικό καθρέφτη της φυσιολογικής τους μοναδικότητας. Ίσως, άλλωστε, αυτή να είναι η κοινή μοίρα των λεγόμενων «περιούσιων» λαών. Ενδοσκοπώντας ακατάπαυστα και ψυχαναγκαστικά γύρω από τους ιδρυτικούς τους μύθους, τείνουν να παραβλέψουν ότι, όπως έλεγε ο Καρλ Μαρξ σε σχέση με τους Εβραίους, επιζούν και υπάρχουν όχι εις πείσμα, αλλά λόγω της Ιστορίας, προφανώς δε και της πανουργίας της.
Θα χρειαστούν πάνω από εκατό χρόνια και μια ανεπανόρθωτη καταστροφή για να μπορέσουν οι Έλληνες να αποδεχτούν ότι, από ορισμένες έστω απόψεις, είναι ένας λαός σαν όλους τους άλλους, να συνομιλήσουν με τους γείτονές τους σε συμβολικά ισότιμη βάση και να αρχίσουν να προβληματίζονται για τις ιδεολογικές προεκτάσεις της έμμονης ιδιαιτερότητάς τους. Όμως, η ιστορία είχε άλλη γνώμη. Ο ρους του Δεύτερου Πολέμου και του Εμφυλίου οδήγησαν τη χώρα σε μια νέα «ιδιαιτερότητα», αντικειμενική αυτή τη φορά. Ακόμα μια φορά, η μοίρα των λαών που μας περιέβαλλαν δεν εμφανίζονταν ευθέως συγκρίσιμη με εκείνη των Ελλήνων. Το γεγονός ότι η κατεστραμμένη Ελλάδα που αναδύθηκε από τα ερείπια ήταν η πιο φτωχή χώρα του ελεύθερου κόσμου και, ταυτόχρονα, η μόνη καπιταλιστική χώρα των Βαλκανίων, προδίκαζε και πάλι μια εντελώς ιδιαίτερη ιστορική εξέλιξη.
Υπό τις συνθήκες αυτές, οι όροι της βαθμιαίας κοινωνικής «εξομάλυνσης» και «ανασυγκρότησης» ήταν ίσως προδιαγεγραμμένοι. Κατ’ ανάγκην αλλά και κατ’ επιταγήν, το κύριο μέλημα του εύθραυστου κοινωνικού καθεστώτος εντοπιζόταν στην διατήρηση της συμμετοχής του στον «ελεύθερο κόσμο». Για να εξαργυρώσει τη μη μετατροπή της σε «λαϊκή δημοκρατία», η Ελλάδα υποτάθηκε άνευ όρων στις πολιτικές και ιδεολογικές προτεραιότητες μιας «διαρκούς» ανώμαλης συγκυρίας που, με τη μία ή την άλλη μορφή, διήρκεσε όσο και ο Ψυχρός Πόλεμος. Η υπόθεση που θα επιχειρήσω να αναπτύξω είναι ότι οι αποκλίσεις και τα αδιέξοδα της σημερινής ελληνικής κοινωνίας συναρτώνται με τις υπόγειες και αργόσυρτες κοινωνικές διαδικασίες που εγκαινιάστηκαν στη μετεμφυλιακή περίοδο. Η «ιδιαίτερη» Ελλάδα θα αντιμετωπίσει μιαν «ιδιαίτερη» κρίση.
Είναι βέβαια σαφές ότι η κρίση αυτή ενέσκηψε στη βάση ευρύτερων συστημικών εξελίξεων, που ξεπερνάν κατά πολύ την ίδια τη χώρα. Θα επικεντρωθώ όμως αποκλειστικά σε μερικές από τις ενδογενείς κοινωνικές και ιδεολογικές συνιστώσες της κρίσης στην Ελλάδα. Μιας κρίσης που, όπως έλεγε ο Τολστόι για τη δυστυχία, δεν μπορεί παρά να πλήττει κάθε οικογένεια και κάθε κοινωνία με διαφορετικό τρόπο. Δεν είναι παράλογο να υποθέσουμε πως οι δομικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες μιας χώρας αναδεικνύονται πολύ πιο έντονα σε περιόδους όπου όλα τίθενται σε αμφισβήτηση.
Στο πλαίσιο αυτό, θα μου επιτρέψετε να «κοινωνιολογήσω», επιμένοντας στην ιδιαίτερη σημασία της εξέλιξης του καταμερισμού της κοινωνικής εργασίας και της ιστορικής αποκρυστάλλωσης των ατομικών επιβιωτικών στρατηγικών. Πράγματι, οι τρόποι με τους οποίους οι κάτοικοι μιας χώρας ζουν, σκέφτονται και σχεδιάζουν την επιβίωσή τους και το μέλλον τους συνιστούν αναγκαίο στοιχείο της συγκεκριμένης ιστορικής τους εξέλιξης. Πολλές από τις «αποκλίσεις» σε σχέση με όσα συμβαίνουν «αλλού» γίνονται ορατές μόνον από τη στιγμή που οι τρόποι αυτοί δεν εμφανίζονται πια ως «αυτονόητοι».Οι ιστορικές ρίζες της κρίσης
Είναι λοιπόν,πιστεύω, εντελώς αποκαλυπτικό ότι στην καπιταλιστική μεταπολεμική Ελλάδα, το ποσοστό των αυτοαπασχολουμένων στον ενεργό πληθυσμό ήταν και συνεχίζει να είναι εξαιρετικά υψηλό σε σύγκριση με όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Για παραπάνω από μισό αιώνα, οι Έλληνες φαίνεται να «αντιστέκονταν» σθεναρά τόσο στην εκβιομηχάνιση όσο και στη μισθωτοποίηση. Χαρακτηριστικά, ακόμα και το 2011, όπου η Ελλάδα βρισκόταν ήδη στο μάτι του παγκόσμιου κυκλώνα, οι «ανεξάρτητοι» ανέρχονταν στο 27,4% των εργαζόμενων, ενώ το σύνολο των μισθωτών δεν ξεπερνούσαν τα 63,5%, την ίδια στιγμή που σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες οι μισθωτοί ξεπερνούν τα τέσσερα πέμπτα ή ακόμα και το 90%, με μόνη εξαίρεση την Ιταλία, όπου είναι τα τρία τέταρτα.
Όμως, ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει η εντελώς ιδιαίτερη εσωτερική σύνθεση και «ειδίκευση» της εξαρτημένης εργασίας. Έτσι, ανάμεσα στο σώμα των μισθωτών, ενώ οι απασχολούμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ξεπερνούν το 35% και οι μισοί περίπου δουλεύουν σε μικρομεσαίες, οικογενειακές κατά το πλείστον μονάδες, όσοι δουλεύουν σε στοιχειωδώς μεγάλες και παραγωγικές ιδιωτικές επιχειρήσεις, που απασχολούν πάνω από πενήντα άτομα, δεν ξεπερνούν το 17%. Δεν είναι λοιπόν τόσο αυτή καθεαυτή η κρατική υπερδιόγκωση που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία –όπως κατά κόρον λέγεται– αλλά ο συνδυασμός της με την ισχνότητα της ανάπτυξης του ιδιωτικού καπιταλιστικού τομέα. Ακόμα και σήμερα, μετά από πολλά χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων όλες οι κυβερνήσεις επαγγέλονταν τον περιορισμό του κρατικού μηχανισμού, οι Έλληνες φαίνεται να επιζούν πρωτίστως είτε ως δημόσιοι υπάλληλοι είτε ως αυτοαπασχολούμενοι είτε ως μισθωτοί σε μικρές μονάδες με περιορισμένη συγκέντρωση κεφαλαίου. Η εξέλιξη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας στην Ελλάδα δεν «μοιάζει» λοιπόν με καμιά άλλη αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα. Εξήντα χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου, όλα συμβαίνουν ως εάν στην καπιταλιστική Ελλάδα δεν μπόρεσαν να κυριαρχήσουν τυπικά καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις.
Και όμως, σε όλο αυτό το διάστημα, η Ελλάδα άλλαζε, και μάλιστα ραγδαία. Παρ’ όλη την παρεκκλίνουσα πορεία της, η χώρα φάνηκε να μπορεί να προοδεύει με θεαματικούς ρυθμούς. Χαρακτηριστικά, ανάμεσα στο 1955 και στο 1980, η κατά κεφαλήν ιδιωτική κατανάλωση αυξανόταν ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα του ΟΟΣΑ, με τη μόνη εξαίρεση την Ιαπωνία. Μέσα σε λιγότερο από δύο γενιές, οι τέως «φτωχοί» και ξυπόλυτοι Έλληνες φάνηκαν να προσβαίνουν στον παράδεισο της μαζικής καταναλωτικής κοινωνίας, δίχως σημαντικές προσαρμογές στις δομές της απασχόλησης και στις μορφές της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αυτό ακριβώς είναι το φαινόμενο που χαρακτηρίστηκε «διόγκωση δίχως ανάπτυξη».
Δεν είναι βέβαια δυνατόν να εγκύψω στις περίπλοκες ιστορικές παραμέτρους που οδήγησαν σε αυτή την εξέλιξη. Θα πρέπει όμως να θυμηθούμε ότι η μετεμφυλιακή κοινωνία δομήθηκε με κύριο μέλημα την πολιτική και κοινωνική της «σταθεροποίηση». Και, για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, έπρεπε να ανασυνταχτούν και να αποκατασταθούν οι εν πολλοίς κατεστραμμένες μεσαίες τάξεις. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι οι κρουνοί της αμερικανικής βοήθειας προσανατολίστηκαν είτε προς ένα διογκούμενο και ολοένα λιγότερο αποτελεσματικό δημόσιο τομέα που θα στελεχωθεί αποκλειστικά από «εθνικόφρονες», είτε προς την προνομιακή παροχή πιστώσεων προς «ημετέρους». Η «σπονδυλική στήλη» του αναγεννώμενου ελεύθερου έθνους, η νέα δηλαδή μεσαία τάξη, θα δομηθεί ως προϊόν εσκεμμένων και επιλεκτικών πολιτικών παρεμβάσεων. Υπό την προστασία των συμμάχων, το κράτος «έφτιαχνε» τις ιεραρχίες που φαινόταν να εγγυώνται την αναπαραγωγή του.
Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Μια άλλη εξέλιξη είναι εξίσου σημαντική. Σε μια περίοδο μαζικής ανεργίας, εξαθλίωσης και αστάθειας, ήδη στη δεκαετία του 1950, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξωθήθηκε να επιλέξει τη λύση της μετανάστευσης, κυρίως προς τη Γερμανία του «οικονομικού θαύματος». Μέσα σε είκοσι περίπου χρόνια, αποδήμησε κάτι ανάμεσα στο ένα τρίτο και στο ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού, ποσοστό τεράστιο σε σύγκριση με όλες τις άλλες «εστίες» μεταναστών. Όλες σχεδόν οι οικογένειες είχαν κάποιο ξενιτεμένο μέλος, το οποίο συνέβαλε στην επιβίωση εκείνων που έμεναν πίσω. Έτσι, οι ροές των μεταναστευτικών εμβασμάτων υπήρξαν αποφασιστικός παράγοντας, τόσο για τη συντήρηση της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας όσο και για την βαθμιαία εκτόνωση των συσσωρευμένων κοινωνικών πιέσεων. Απαλλασσόμενη προσωρινά από τον «επικίνδυνο» πλεονάζοντα πληθυσμό της, η Ελλάδα σταθεροποιούνταν με τον δικό της ιδιώνυμο τρόπο.
Με δεδομένο λοιπόν πως, στην πρώτη τουλάχιστον φάση, οι «σύμμαχοι» εναντιώνονταν ρητά σε οποιοδήποτε σχέδιο εντόπιας βιομηχανικής ανάπτυξης, η χώρα έμοιαζε να θεμελιώνει τις νέες ισορροπίες της μέσα από την άνθηση μιας ανεξάντλητης εξαγωγικής «βιομηχανίας παραγωγής εργατικών χεριών». Μιας βιομηχανίας η οποία, από κοινού με τις άλλες «εθνικές βιομηχανίες», του τουρισμού, της ναυτιλίας και της οικοδομής φαινόταν να λύνει το πρόβλημα της κοινωνικής ισορροπίας, επιτρέποντας την επιβίωση εκείνων που έμεναν πίσω, παρέχοντας λύσεις για την εξισορρόπηση του μόνιμα ελλειμματικού ισοζυγίου πληρωμών και «κλειδώνοντας» την εξέλιξη του καταμερισμού της κοινωνικής εργασίας. Μαζί με τον τουρισμό, η μετανάστευση παρείχε στην Ελλάδα ένα προσωρινά τελεσφόρο παραγωγικό υποκατάστατο.
Για μιαν ακόμα φορά λοιπόν, ο Θεός της Ελλάδας φαινόταν να διαψεύδει τις Κασσάνδρες. Οι Έλληνες, εις πείσμα των Γραφών, έμοιαζαν να προχωρούν προς την καπιταλιστική ευημερία δίχως να χρειασθεί να ανατραπούν οι εύθραυστες ακόμα κοινωνικές ισορροπίες και χωρίς να θυμιασθεί η παραδοσιακή κοινωνική συνοχή. Βαθμιαία, μαζί με το επίπεδο ζωής αυξανόταν και το προσδόκιμό της, ενώ, την ίδια στιγμή, η χώρα μπορούσε να επαίρεται για τα θεαματικά χαμηλά ποσοστά των αρνητικών προεκτάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, των αυτοκτονιών, των ψυχικών διαταραχών, της εγκληματικότητας, των ναρκωτικών ουσιών, του αλκοολισμού κλπ. Οι «περιούσιοι» Έλληνες πίστεψαν εν χορώ ότι το «δαιμόνιό» τους τούς επέτρεπε να απολαμβάνουν τα αυξανόμενα αγαθά του καπιταλιστικού κόσμου δίχως να υφίστανται καταλυτικές κοινωνικές παρενέργειες. Όλα λοιπόν φαίνονταν να εξελίσσονται ομαλά σε μια κοινωνία που έμοιαζε να μπορεί να ενσωματώσει αζημίως ακόμα και τις δυσλειτουργίες και αντιφάσεις της, εν τέλει ακόμα και τη χούντα. Από τη στιγμή λοιπόν που το ΠΑΣΟΚ αποδυνάμωσε τις εμφύλιες διαχωριστικές γραμμές, εγκαθίδρυσε ένα πρόπλασμα κοινωνικού κράτους και προέβη σε μια σχετική ανακατανομή εισοδημάτων, το νεοελληνικό θαύμα εμφανιζόταν παράδοξο και άτυπο μεν, αλλά κοινωνικά και οικονομικά πραγματοποιήσιμο.
Το τέλος του «νεοελληνικού θαύματος»
Τα θαύματα όμως έχουν ημερομηνία λήξεως. Ήδη από τη δεκαετία του ’90, ήταν φανερό πως η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας οδηγούσε σε αδιέξοδα. Η σταθεροποίηση μιας κατά πλειοψηφία μικρομεσαίας, μικροϊδιοκτητικής, ιδιοκατοικούσας, αυτοαπασχολούμενης, κρατικοδίαιτης και χαρακτηριστικά αντιπαραγωγικής κοινωνίας είχε οδηγήσει στην αποκρυστάλλωση ολοένα και πιο αποκλινουσών συμπεριφορών. Η πλειοψηφία των Ελλήνων εθίσθηκε στην ιδέα ότι η προκοπή και η ασφάλειά τους εξαρτώνταν από την ατομική ευελιξία και επινοητικότητά τους, από τη δυνατότητά τους δηλαδή να κινούνται παράλληλα και ευκαιριακά σε πολλαπλά πεδία και εκ πρώτης όψεως ασύμβατους τομείς. Πολλοί μισθωτοί του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου τομέα εξακολουθούσαν να δουλεύουν σε μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και πολλοί από εκείνους που δραστηριοποιούνταν στις πόλεις δεν εγκατέλειπαν τις μικρές αγροτικές τους εκμεταλλεύσεις. Προγραμματίζοντας μιαν ευέλικτη προσαρμογή των οικογενειακών παραγωγικών δυνάμεων, αποθεμάτων και προϋπολογισμών στις αενάως κινούμενες περιστάσεις και μεγιστοποιώντας όλες τις «ευκαιρίες», η αλληλέγγυα οικογένεια λειτουργούσε ως «οιονεί επιχείρηση», όπου η μόνιμη απασχόληση ενός μέλους της οικογένειας στο δημόσιο παρείχε γλίσχρο μισθό, αλλά μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Οι παρενέργειες είναι πασίδηλες. Η άνθηση της υπόγειας οικονομίας, που έχει υπολογισθεί στο εξωφρενικό 35-40% του ΑΕΠ, η διάχυτη πολυπασχόληση και η άνθηση των ευκαιριακών επιχειρηματικών δράσεων δεν είναι παρά συμπτώματα αυτής της εκ πρώτης ίσως όψεως ασταθούς, αλλά στην πραγματικότητα σταθερής κοινωνικής δομής. Και στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η εκτεταμένη φοροδιαφυγή, η εμμονή στα πελατειακά πλέγματα που διαμεσολαβούν ανάμεσα στο κράτος και τους πολίτες, η πανταχού παρούσα διαφθορά, ο συνδυασμός κρατοφοβίας και κρατολατρίας. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι η σχετική πρόοδος και ευημερία των επιμέρους ιδιωτών δεν συνοδεύθηκε από έναν ανάλογο εκσυγχρονισμό των κρατικών δόμων. Όλο και περισσότεροι Έλληνες κατέληξαν να λειτουργούν και να επιβιώνουν ως λαθρεπιβάτες της ίδιας τους της χώρας.
Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι ότι η συνολική παραγωγική ικανότητα της χώρας υποχωρούσε συνεχώς. Από την άποψη αυτή λοιπόν, το μακροϊστορικό τίμημα της σταθεροποίησης των πολυσθενών μικρομεσαίων στρωμάτων υπήρξε βαρύτατο. Από το 1990 και πέρα, ήταν σαφές ότι η θεαματική αποβιομηχάνιση, η βαθμιαία απο-γεωργοποίηση και η συνεχής πτώση της ανταγωνιστικότητας οδηγούσαν σε αύξουσες αντιφάσεις και σωρευόμενα αδιέξοδα. Η επικράτηση της ιδέας του «εκσυγχρονισμού» στο πολιτικό λεξιλόγιο όλων των παρατάξεων σηματοδοτούσε ότι τα αδιέξοδα ήσαν πλέον ορατά διά γυμνού οφθαλμού.
Τα προβλήματα εντάθηκαν με τις αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον. Η είσοδος της Ελλάδας στην ευρωζώνη συνέπεσε χρονικά με την καθολική πια επικράτηση των νεοφιλελεύθερων απόψεων και την άμεση αποδυνάμωση των αλληλέγγυων αναδιανεμητικών πολιτικών, όπως τα ΜΟΠ. Στο εξής, το κοινοτικό οικονομικό πλεόνασμα όχι μόνον δεν ανακατανεμόταν προς τους αδύνατους, αλλά συγκεντρωνόταν με βάση ανεξέλεγκτες αγοραίες διαδικασίες. Στα νέα πλαίσια, οι λιγότερο ανταγωνιστικοί καλούνταν να πληρώσουν το τίμημα της ανεπάρκειάς τους, την ίδια στιγμή που η δημιουργία του κοινού νομίσματος περιόριζε το κόστος του εξωτερικού δανεισμού. Μοιραία λοιπόν ίσως, γιγαντώνονταν η παραγωγική και δημοσιονομική εξάρτηση των «μικρών χωρών» από τους δανειοδότες, και μαζί με αυτούς από τις ισχυρές εξαγωγικές χώρες. Η φιλόδοξη επιδίωξη μιας βαθμιαίας «σύγκλισης» των βιοτικών επιπέδων των λαών που σημάδευε την προηγούμενη περίοδο έδινε τη θέση της στην προϊούσα και δομική «απόκλιση» ανάμεσά τους. Έτσι, οποιοδήποτε πρόταγμα μιας κοινωνικής ενοποίησης που θα επιτυγχάνονταν μέσα από μια σύγκλιση των επιπέδων ζωής θα μετατεθεί στις ελληνικές (ή μάλλον στις γερμανικές) καλένδες. Ο κύκλος εξελίσσονταν ως φαύλος. Η προϊούσα μείωση της ανταγωνιστικότητας επιβάρυνε τα δημόσια οικονομικά και η δημοσιονομική επιβάρυνση στραγγάλιζε τα περιθώρια αυτόνομης ανάπτυξης.
Σε ό,τι αφορά την ελληνική κοινωνία, οι συνέπειες υπήρξαν καταλυτικές, κυρίως μετά την έκρηξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, οπότε και το κακό φαινόταν κυριολεκτικά να «τριτώνει». Στην έμμονα αντιπαραγωγική δομή της ελληνικής κοινωνίας προστέθηκαν η ριζική μεταβολή των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων, η ευρύτερη ανακοπή της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη Δύση και ο συνακόλουθος αναπροσανατολισμός των σπεκουλαδόρικων κεφαλαίων. Η αντιπαραγωγική και ελάχιστα ανταγωνιστική Ελλάδα υπήρξε η πρώτη που θα πληρώσει το τίμημα. Ποτέ άλλοτε και σε καμιά άλλη χώρα σε καιρό ειρήνης δεν παρατηρήθηκε τόσο ραγδαία κατάρρευση του επιπέδου ζωής, και μαζί της όλων των άμεσων προοπτικών ανάκαμψης. Η μη διαχειρισιμότητα του δημοσιονομικού ελλείμματος και η εμμονή του παραγωγικού ελλείμματος εμφανίζονταν μακροπροθέσμως καταλυτικές.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται, πιστεύω, η ιδιαίτερη δυσκολία της τρέχουσας συγκυρίας. Τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, ακόμα και αν «πετύχαινε» η μνημονιακή δημοσιοσιονομική εξυγίανση, ακόμα και αν εξασφαλιζόταν το κούρεμα των δανειακών υποχρεώσεων, βιώσιμες λύσεις δεν μπορεί να εμφανισθούν στον ορίζοντα αν δεν υπάρξουν οι προϋποθέσεις για μια ανταγωνιστική αναπτυξιακή και παραγωγική «απογείωση». Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι δυνατόν να επισυμβεί παρά μόνον μακροπρόθεσμα. Με δεδομένη την αντιπαραγωγική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας, δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές που να οδηγούν σε άμεσες λύσεις. Πολλώ μάλλον που, σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, η μαζική μεταβολή των επιβιωτικών προτύπων και των εσωτερικευμένων στρατηγικών επιβίωσης δεν μπορεί παρά να προσκρούει σε ανυπέρβλητες αντιστάσεις.
Σε δημοκρατικές κοινωνίες, κανένας λαός δεν μπορεί να αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα ότι το επίπεδο ζωής στο οποίο είχε εθισθεί είναι δυνατόν να «πρέπει» να περιορισθεί μέσα σε μια νύχτα κατά το ήμισυ, κατά 60% ή κατά όσον ήθελε προκύψει. Κανένας λαός δεν μπορεί να απαλλαγεί, από τη μια μέρα στην άλλη, από τις «επιβιωτικές συνήθειες» που του επέβαλαν οι ιστορικές περιστάσεις. Κανένας λαός δεν μπορεί να «φαντασθεί» ότι η σχετικά άνετη μέχρι πρόσφατα ζωή του θα μετατραπεί σε μια κόλαση φτώχειας, αγωνίας και αβεβαιότητας. Και κανένας λαός δεν μπορεί να αποστερηθεί από το όνειρο της επανόδου σε μιαν εξιδανικευμένη «χρυσή εποχή», ακόμα και αν η εποχή αυτή φαίνεται να έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Η Ελλάδα ως οικονομικό και, κυρίως, πολιτικό πειραματόζωο
Εδώ ακριβώς αποκτά τη σημασία του ο «παραδειγματικός» χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης. Στο μέτρο που τέτοια σχέδια φαίνεται να αντιστοιχούν στα οικουμενικά συμφέροντα του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου, τίθεται κατ’ ανάγκην επί τάπητος το ζήτημα της πολιτικής και ιδεολογικής αντοχής των λαών. Και αυτός ακριβώς είναι ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο το «ελληνικό πρόβλημα» βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής. Περισσότερο από οικονομικό «πειραματόζωο», η Ελλάδα λειτουργεί ως πολιτικό πειραματόζωο.
Η αναγκαστική και βίαια αναπροσαρμογή των εργασιακών και επιβιωτικών προοπτικών όλο και περισσότερων ανθρώπων αγγίζει όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο. Από την άποψη αυτή, βρισκόμαστε ίσως σε σημείο καμπής. Μιας καμπής που θυμίζει την εποχή των βίαιων «περιφράξεων», που είχαν εκβιάσει τη μαζική εμφάνιση του ανέστιου βρετανικού προλεταριάτου. Με τη διαφορά ότι σήμερα διέξοδοι δεν υπάρχουν: η ανεργία καλπάζει, η παραγωγή και η παραγωγικότητα λιμνάζουν και οι μη απασχολήσιμες «άχρηστες» ψυχές πλεονάζουν στο πλαίσιο ενός παγκόσμιου συστήματος από το οποίο κανείς δεν φαίνεται πια να μπορεί να απαγκιστρωθεί μονομερώς. Σε οικουμενική κλίμακα λοιπόν, το μείζον πολιτικό στοίχημα των επόμενων δεκαετιών είναι η εκλογικευμένη κατασκευή κοινωνιών που οφείλουν να είναι ολοένα πιο άδικες και ανισοποιητικές. Στο πλαίσιο αυτό, μετατοπίζονται αποφασιστικά οι κυρίαρχες μορφές νομιμοποίησης. Στις αναδυόμενες ατομικιστικές κοινωνίες, οι απόκληροι καλούνται να συναινέσουν στην αθλιότητα στο όνομα της ατομικής τους ανεπάρκειας και της ατομικής ευθύνης απέναντι στη μοίρα τους. Έτσι λοιπόν, η ελληνική κρίση οφείλει να ερμηνεύεται ως προέκταση της ανεπάρκειας και ανευθυνότητας των θυμάτων. Έτσι, οι σκοπιμότητες που υποκρύπτονται πίσω από τις συστηματικές προσπάθειες ηθικής μαστίγωσης και ενοχοποίησης του ελληνικού λαού είναι προφανείς. Από τις αθλιότητες του κίτρινου ευρωπαϊκού Τύπου που καταγγέλλει την εγγενή τεμπελιά και αναξιοπιστία όλων των Ελλήνων μέχρι το αλήστου μνήμης «Όλοι μαζί τα φάγαμε» ή την κατ’ επίφασιν τεχνοκρατικότερη –και εκ πρώτης και μόνον όψεως ουδέτερη– διαπίστωση ότι «ζούσαμε υπεράνω των δυνάμεών μας», καλούμαστε να αποδεχθούμε, εν σώματι και εν χορώ, ότι θα πρέπει να «πληρώσουμε» για το εθνικό μας «λάθος». Στο μέτρο που, όπως λέγεται, «δεν υπάρχει άλλη λύση», πρέπει να υποκύψουμε στο υπερκείμενο σύστημα, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, αποδεχόμενοι δηλαδή πως η «Νέμεση» είναι το αναγκαίο και εύλογο αποτέλεσμα της συστημικής «Ύβρης». Έχοντας υπάρξει αμαρτωλοί, οφείλουμε να αποδεχτούμε την κόλαση, ή, έστω, το καθαρτήριο.
Το πραγματικό «αμάρτημα» των Ελλήνων
Όμως, στην πραγματικότητα, το «λάθος» των Ελλήνων δεν είναι ότι «απέκλιναν» και «αμάρτησαν», αλλά ότι οι συνθήκες δεν τους άφησαν να αγιάσουν. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί πως ο ασύδοτος ατομικιστικός νεοελληνικός καταναλωτισμός –κοινός τόπος για τους απανταχού αυτόκλητους ηθικοπλάστες– δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αντανακλά ευθέως τα παγκοσμίως ισχύοντα πρότυπα συμπεριφοράς του μαζικού καταναλωτικού καπιταλισμού. Όπως και αλλού, έτσι και στην Ελλάδα, το δόγμα του laser faire συμπληρώνεται με την οικουμενική παραίνεση: Μεγιστοποιήστε, εκμεταλλευτείτε, απολαύστε, καταναλώστε και, αν χρειαστεί –ή ακόμα και αν δεν χρειάζεται–, δανεισθείτε. Σε πλήρη αντιδιαστολή με τις καλβινιστικές ρίζες που κάποτε εξιδανίκευαν την ατομική εργασιακή πειθαρχία και τη λιτότητα, στο σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα η υπερκατανάλωση και η ατομική υπεραπόλαυση εμφανίζονται πλέον σαν καθήκοντα. Η άνθηση της μικρομεσαίας νεοελληνικής κοινωνίας δεν είναι παρά απλό σύμπτωμα της προσαρμογής τής οικουμενικά κυρίαρχης ατομικής μεγιστοποίησης στις ιδιαίτερες ιστορικές περιστάσεις.
Στο επίπεδο των ατομικών συμπεριφορών και προτεραιοτήτων λοιπόν, οι Έλληνες όχι μόνο δεν απέκλιναν από τα ατομοκεντρικά ωφελιμιστικά ήθη, αλλά αντίθετα εμφανίστηκαν σαν οι καλύτεροι μαθητές. Αν σκεφτούμε μάλιστα ότι, στον σημερινό παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, οι πρακτικές των ακόρεστων νομαδικών «αγορών» φαίνεται να έχουν απαλλαγεί και από τα τελευταία υπολείμματα ηθικών ανασχέσεων και συλλογικών αξιακών μελημάτων. Είναι σαφές ότι η καπιταλιστική ασυδοσία των «αγορών» και η άνευ όρων και ορίων πλεονεξία συνιστούν πλέον τον ύπατο κανόνα. Χαρακτηριστικά όμως, αυτό συμβαίνει μόνον στις μεγάλες κλίμακες. Πράγματι, στους χώρους που ασκείται ευθέως η οικονομική και η πολιτική εξουσία, η απόλυτη «ορθολογική» ιδιοτέλεια είναι όχι μόνο ανεκτή, αλλά «αναγκαία» και ανενδοίαστη. Σε πλήρη όμως αντιδιαστολή, στις μικροκλίμακες όπου δρουν και επιβιώνουν οι μικρομεσαίοι και μαζί τους οι απόκληροι εργαζόμενοι υποτίθεται πως πρέπει να πρυτανεύει η εσωτερικευμένη και πειθαρχημένη «ανορθολογική» ανιδιοτέλεια. Σε τελική ανάλυση λοιπόν, οι ισχύοντες κανονιστικοί κώδικες διαφοροποιούνται με σαφέστατα ταξικά κριτήρια. Στο όνομα του παραγωγικού ορθολογισμού, οι μεν άνεργοι και απόκληροι καλούνται να αποδεχθούν απλώς την εξαθλίωσή τους, ενώ οι πειθήνιοι και ευγνώμονες εργαζόμενοι καλούνται να είναι εργατικοί, συνεπείς, έντιμοι και υπεύθυνοι.
Αν λοιπόν υπάρχει μια πραγματική συλλογική «ευθύνη» των απόκληρων πλέον μικρομεσαίων Ελλήνων, έγκειται στο γεγονός ότι υπέκυψαν, και υποκύπτουν ίσως ακόμα, στις παραπλανητικές εξαγγελίες των συστημικών ηθικολόγων και ιδεολόγων. Μαζί με όλους τους άλλους, είχαν την αφέλεια να πιστέψουν πως το «δικαίωμα στην ιδιοτέλεια» και στην άνευ ορίων μεγιστοποίηση των ατομικών απολαύσεων δεν είναι ταξικό προνόμιο των ήδη κατεχόντων και ότι μπορεί να επεκτείνεται ακόμη και σε αυτούς. Αν λοιπόν «φταίνε» σε κάτι, αυτό είναι επειδή δεν αντέδρασαν εν σώματι και προφητικά στο κυρίαρχο σύστημα ιδεών, επειδή ενστερνίστηκαν τις χίμαιρες με τις οποίες τους είχαν θρέψει και αναθρέψει, επειδή υπέκυψαν αδιαμαρτύρητα στις σειρήνες της συστημικής προόδου, επειδή πίστεψαν πως η ατομική ευημερία και η συνεχής ανάπτυξη είναι ιστορικά κεκτημένα για όλους, επειδή δηλαδή θεώρησαν ότι ο ρους της Ιστορίας μπορεί να είναι ρόδινος για τους ανίσχυρους.
Όμως, φυσικά, τέτοιες εκ των υστέρων προγνώσεις ξεπερνούσαν τα όριά τους. Ακόμα μια φορά, αποδεικνύεται πως η Ιστορία εκδικείται πρωτίστως εκείνους που δεν έχουν ούτε την αντικειμενική δυνατότητα και βούληση να αντιδράσουν ούτε την εξουσία να εκμεταλλευθούν τις αντιφάσεις για λογαριασμό τους. Για να ξαναστηθεί λοιπόν η κοινωνία, και μαζί της η δημοκρατία στα ποδάρια της, θα πρέπει να απαλλαγούμε κατ’ απόλυτη προτεραιότητα από τις υποβολιμαίες ηθικολογίες που μας περιβάλλουν. Δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνον από τη στιγμή που αμφισβητούνται όλα τα έσχατα θεμέλια του αποστασιοποιημένου «καλού» και που ο ορίζοντας του γίγνεσθαι περιλαμβάνει όλα τα νοητά ριζικά «άλλα».
Το κείμενο είναι ομιλία στο Κρίση-μο Σεμινάριο της 5.6.2012, που οργάνωσε η Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας.

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

H αντικοινωνική θεωρία του "Γαλατικού Χωριού" επεκτείνεται


Τα κινήματα "εξω απο την αυλή μου" είναι τυπικά υποπροιοντα μιας ΄κερματισμένης κοινωνίας.Το κλασσικό μοτίβο τους είναι ότι στα πλαίσια ενός κοινωνικού καταμερισμού δεν αναλαμβάνουν κανένα ειδικό κόστος
Νοσοκομεία, Δρόμοι, Μονάδες Υγείας,Νεκροταφεία,Ανακυκλωσεις να πάνε "αλλού"
Τυπικη περιπτωση η Κερατέα
Απέναντι στην χωμετερή του Μπομπολα, προκρίθηκε η "αποτεφρωση" του "αλλου Μπομπολα" ακριβως για να μη γίνει τιποτα
Χρυσαυγητες,Δημαρητες,Βοριδηδες, ολοι στο κινημα "οχι εδω"
Μετά ο πιο ελπιδοφορος πολιτικος της Αριστεράς τους κολακεύει ως "Γαλατικό Χωριο" ως προτυπο Σωστά...
Η εικόνα είναι από νησι των Δωδεκανήσων.Μολις σημερα έμαθα πως με πρωταγωνιστες τους μεγαλοξενοδοχους οι οποιοι είναι και μεγαλοεργολαβοι των Δημοσιων Εργων του νησιου, δεν έχουν στειλει τα στοιχεία της ΔΕΗ για να πληρωθουν τα "χαρατσια".
Είναι το μοναδικό μέρος οπου γίνεται τετοια κοινωνική συμμαχία. Η Δεη κανει το κοροιδο και ο Δημος επισης
Η τοπική αριστερά αντι να προβαλει ενα στοιχειωδη καταλογισμό δαπανων, συμφωνεί με τους "ξενοδοχους".
Τα Γαλατικά χωριά εξαπλώνονται , ως εκφραση τοπικισμου, κατακερματισμου.

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν κερδίσει τις εκλογές, εκτιμώ πως δεν θα θελήσει να αυτοχειριαστεί





Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν κερδίσει τις εκλογές, εκτιμώ πως δεν θα θελήσει να αυτοχειριαστεί,προεδρεύοντας σε μια χώρα που θα διαλύεται.

Θα προτιμήσει να πάρει πίσω όλες του τις υπερβολές.

Αντιμέτωπος με την πραγματικότητα της διακυβέρνησης θα βάλει νερό στο κρασί του και θα προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις.

Πιθανότατα με λιγότερους φόρους και δίχως περικοπές σε εισοδήματα. Αλλά σίγουρα με πρωτοβουλίες περιορισμού του δημόσιου τομέα.

Επίδειξη ρεαλισμού , και ελπίδες για φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις από τον ...............(κλικ εδώ)